scruffy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

scruffy (en)

  1. ατημέλητος, απεριποίητος
  2. αξύριστος άνδρας με γένια ημέρας ή λίγων ημερών