sculpt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sculpt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sculpts |
| αόριστος | sculpted |
| παθητική μετοχή | sculpted |
| ενεργητική μετοχή | sculpting |
Ρήμα
[επεξεργασία]sculpt (en)
| ενεστώτας | sculpt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sculpts |
| αόριστος | sculpted |
| παθητική μετοχή | sculpted |
| ενεργητική μετοχή | sculpting |
sculpt (en)