se détraquer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

se détraquerδείτε τις λέξεις se και détraquer

Ρήμα[επεξεργασία]

se détraquer (fr) (+ ουσιαστικό)

  1. χαλώ, δεν δουλεύω καλά
    ma montre s'est détraquée - το ρολόι μου χάλασε
  2. χαλώ, ανακατώνω
    je me suis détraqué l'estomac avec le repas d'hier - χάλασα το στομάχι μου με το χθεσινό γεύμα