se marier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sə⋅ma.ʁje/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

se marier (fr) (pronominal)

  1. (réciproque) (μιλώντας για δύο πρόσωπα) παντρεύομαι
    Ils se sont mariés récemment. - Παντρεύτηκαν τώρα τελευταία.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: convoler
  2. (réfléchi) (μιλώντας για ένα πρόσωπο) συνάπτω γάμο, παντρεύομαι
    Elle va se marier avec lui. - Θα παντρευτεί μαζί του.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: épouser, se caser

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]