Μετάβαση στο περιεχόμενο

seek out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας seek out
γ΄ ενικό ενεστώτα seeks out
αόριστος sought out
παθητική μετοχή sought out
ενεργητική μετοχή seeking out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
seek out < → δείτε τις λέξεις seek και out

seek out (en)

  • ψάχνω και βρίσκω κάποιον ή κάτι, ειδικά όταν αυτό απαιτεί μεγάλη προσπάθεια
    παράδειγμα  She sought out her husband in the crowd.
    Έψαξε με το βλέμμα της για τον άντρα της στο πλήθος.