seek out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | seek out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | seeks out |
| αόριστος | sought out |
| παθητική μετοχή | sought out |
| ενεργητική μετοχή | seeking out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]seek out (en)
- ψάχνω και βρίσκω κάποιον ή κάτι, ειδικά όταν αυτό απαιτεί μεγάλη προσπάθεια
She sought out her husband in the crowd.
- Έψαξε με το βλέμμα της για τον άντρα της στο πλήθος.