segmental

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό segmental segmentaux
θηλυκό segmentale segmentales

segmental (fr)

  1. σχετικός με ένα τμήμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: segment