selbstverständlich

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

selbstverständlich (de)

  1. αυτονόητος, ευνόητος

Επίρρημα[επεξεργασία]

selbstverständlich (de)

  1. ευνοήτως