selective

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

selective (en)

  1. σχετικός με τη διαδικασία της επιλογής
  2. εκλεκτικός
     συνώνυμα: choosy