Μετάβαση στο περιεχόμενο

self-isolate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας self-isolate
γ΄ ενικό ενεστώτα self-isolates
αόριστος self-isolated
παθητική μετοχή self-isolated
ενεργητική μετοχή self-isolating

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
self-isolate < self- + isolate

self-isolate (en)