self-isolate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | self-isolate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | self-isolates |
| αόριστος | self-isolated |
| παθητική μετοχή | self-isolated |
| ενεργητική μετοχή | self-isolating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]self-isolate (en)
- (αμετάβατο) απομονώνομαι λόγω ασθένειας