Μετάβαση στο περιεχόμενο

sell off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sell off
γ΄ ενικό ενεστώτα sells off
αόριστος sold off
παθητική μετοχή sold off
ενεργητική μετοχή selling off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις sell και off

sell off (en)