Μετάβαση στο περιεχόμενο

seminar

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
seminar seminars

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

seminar (en)

  1. το σεμινάριο, μάθημα σε ένα πανεπιστήμιο ή κολέγιο όταν μια μικρή ομάδα μαθητών και ένας δάσκαλος συζητούν ή μελετούν ένα συγκεκριμένο θέμα· σε αντίθεση με ένα μάθημα με μια μεγάλη ομάδα μαθητών όπως διάλεξη
  2. το σεμινάριο, επιμορφωτικά, ενημερωτικά μαθήματα σε ένα συγκεκριμένο θέμα
    παράδειγμα  I attended an instructional seminar for educators.
    Παρακολούθησα ένα επιμορφωτικό σεμινάριο για εκπαιδευτικούς.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]