Μετάβαση στο περιεχόμενο

semplice

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
semplice semplici

semplice (it) αρσενικό ή θηλυκό