senatus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]senatus (la) αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | senatus | senatūs |
| γενική | senatūs | senatuum |
| δοτική | senatuī | senatibus |
| αιτιατική | senatum | senatūs |
| κλητική | senatus | senatūs |
| αφαιρετική | senatū | senatibus |
Πηγές
[επεξεργασία]- senatus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.