sensational

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

sensational (en)

  1. που προξενεί αίσθηση
    a sensational price
    a sensational story

Δείτε επίσης[επεξεργασία]