sensitive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

sensitive (en)

  1. που έχει την ικανότητα να αισθάνεται· σχετικός με τις αισθήσεις
  2. ευαίσθητος, ευπαθής (για πρόσωπα)
  3. που καταγράφει ή απηχεί λεπτές μετρήσεις, διαφορές κ.λπ. (για υλικά, όργανα, καταστάσεις)
  4. εύθικτος, ευέξαπτος, ευερέθιστος, μυγιάγγιχτος
  5. ευσυγκίνητος
  6. (παρωχημένο) άτομο με παραφυσικές ικανότητες που τις αναπτύσσει μέσω της ύπνωσης, μέντιουμ

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

sensitive (fr)