serfdom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

serfdom (en)

  1. η δουλοπαροικία
  2. το να είναι κανείς δουλοπάροικος