sergente

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ιταλικά (it) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

sergente < λατινική serviens από το servientes (υπηρέτης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
sergente sergenti

sergente (it)

  1. στρατιώτης