Μετάβαση στο περιεχόμενο

serial killer

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
serial killer <  δείτε τις λέξεις serial και killer

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
serial killer serial killers

serial killer (en)

  • ο δολοφόνος κατά συρροή
    παράδειγμα  The police arrested a serial killer.
    Η αστυνομία συνέλαβε έναν κατά συρροή δολοφόνο.