Μετάβαση στο περιεχόμενο

sermonnaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sermonnaire sermonnaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

sermonnaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό