serviço

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
serviço serviços

serviço (pt) αρσενικό

  1. η υπηρεσία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]