Μετάβαση στο περιεχόμενο

sessizlik

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sessizlik < sessiz (σιωπηλός, ήσυχος) + -lik

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sessizlik (tr)