Μετάβαση στο περιεχόμενο

set aside

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας set aside
γ΄ ενικό ενεστώτα sets aside
αόριστος set aside
παθητική μετοχή set aside
ενεργητική μετοχή setting aside

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
set aside <  δείτε τις λέξεις set και aside

set aside (en)

  • διαθέτω, αφιερώνω, κρατώ χρήματα, χρόνο, γη κτλ. για συγκεκριμένο σκοπό
    παράδειγμα  This space has already been set aside for new school buildings.
    Αυτός ο χώρος έχει ήδη διατεθεί για νέα σχολεία κτήρια.
    παράδειγμα  One day a week is set aside for prayer.
    Μια μέρα την εβδομάδα είναι αφιερωμένη σε προσευχή.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη allocate