Μετάβαση στο περιεχόμενο

set sail

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
set sail <  δείτε τις λέξεις set και sail

Έκφραση

[επεξεργασία]

set sail (en)

  • αποπλέω, σαλπάρω
    παράδειγμα  The ship will set sail tomorrow morning.
    Το πλοίο θα αποπλεύσει αύριο το πρωί.
    παράδειγμα  What time will we be setting sail?
    Τι ώρα θα σαλπάρουμε;
     συνώνυμα: sail