set up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | set up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sets up |
| αόριστος | set up |
| παθητική μετοχή | set up |
| ενεργητική μετοχή | setting up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]set up (en)
- (μεταβατικό) στήνω, κανονίζω, βάζω, παρέχω σε κάποιον τα χρήματα ή άλλα μέσα που χρειάζεται για να κάνει κάτι
- (μεταβατικό, ανεπίσημο) αναζωογονώ, βοηθώ κάποιον να αισθανθεί πιο υγιής, πιο δυνατός και πιο ανανεωμένος
The break from work really set me up for the new year.
- Το διάλειμμα από τη δουλειά πραγματικά με αναζωογόνησε για τη νέα χρονιά.
- (μεταβατικό, ανεπίσημο) στήνω παγίδα για κάποιον, διαμορφώνω συνθήκες παγίδας, παγιδεύω κάποιον, ιδίως κάνοντάς τον να φαίνεται ένοχος για κάτι
He denied the charges, saying the police had set him up.
- Αρνήθηκε τις κατηγορίες, λέγοντας ότι η αστυνομία τού είχε στήσει παγίδα.
- (μεταβατικό) ιδρύω, δημιουργώ κάτι ή το ξεκινάω
- (μεταβατικό) στήνω, χτίζω κάτι ή βάζω κάτι κάπου
- (μεταβατικό) στήνω, ετοιμάζω κάτι για χρήση
She set up her guitar and amp in her bedroom.
- Έστησε την κιθάρα και τον ενισχυτή της στο υπνοδωμάτιό της.
- (μεταβατικό) οργανώνω, διοργανώνω, κανονίζω να γίνει κάτι
- (μεταβατικό) τα φτιάχνω κάποιον με κάτι, κάνω προξενιό και κανονίζω να βγουν δύο άνθρωποι ραντεβού
If you were to set me up with somebody, I would prefer someone like him.
- Αν ήταν να μου τα φτιάξεις με κάποιον, θα προτιμούσα κάποιον σαν αυτόν.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- set up - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 384. ISBN 9780194325684., λήμμα: ιδρύω