set up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας set up
γ΄ ενικό ενεστώτα sets up
αόριστος set up
παθητική μετοχή set up
ενεργητική μετοχή setting up

Ετυμολογία [επεξεργασία]

→ δείτε τις λέξεις set και up

Ρήμα[επεξεργασία]

set up (en)

  1. στήνω, ετοιμάζω κάτι για χρήση
  2. διευθετώ, διατάσσω
     συνώνυμα:: arrange, to arrange objects
  3. διαμορφώνω συνθήκες παγίδας, στήνω
     συνώνυμα:: hoax, trap
  4. διατάσσω/παρατάσσω/στήνω/συνδέω εξοπλισμό λειτουργικά
  5. (μεταβατικό) οργανώνω, διοργανώνω, προετοιμάζω συστηματικά μια δραστηριότητα, ένα έργο
    I am setting up a meeting - διοργανώνω μια συγκέντρωση
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη organize
  6. (μεταβατικό) τακτοποιώ
    I am setting up my friend with a job
    Τακτοποιώ το φίλο μου σε μια δουλειά
     συνώνυμα: fix up

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]