Μετάβαση στο περιεχόμενο

set up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας set up
γ΄ ενικό ενεστώτα sets up
αόριστος set up
παθητική μετοχή set up
ενεργητική μετοχή setting up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
set up <  δείτε τις λέξεις set και up

set up (en)

  1. (μεταβατικό) στήνω, κανονίζω, βάζω, παρέχω σε κάποιον τα χρήματα ή άλλα μέσα που χρειάζεται για να κάνει κάτι
    παράδειγμα  A bank loan helped to set him up in business.
    Ένα τραπεζικό δάνειο τον βοήθησε να στήσει τη δουλειά του.
    παράδειγμα  I am setting up my friend with a job.
    Κανονίζω μια δουλειά για τον φίλο μου./Βάζω τον φίλο μου σε μια δουλειά.
     συνώνυμα: fix up
  2. (μεταβατικό, ανεπίσημο) αναζωογονώ, βοηθώ κάποιον να αισθανθεί πιο υγιής, πιο δυνατός και πιο ανανεωμένος
    παράδειγμα  The break from work really set me up for the new year.
    Το διάλειμμα από τη δουλειά πραγματικά με αναζωογόνησε για τη νέα χρονιά.
  3. (μεταβατικό, ανεπίσημο) στήνω παγίδα για κάποιον, διαμορφώνω συνθήκες παγίδας, παγιδεύω κάποιον, ιδίως κάνοντάς τον να φαίνεται ένοχος για κάτι
    παράδειγμα  He denied the charges, saying the police had set him up.
    Αρνήθηκε τις κατηγορίες, λέγοντας ότι η αστυνομία τού είχε στήσει παγίδα.
  4. (μεταβατικό) ιδρύω, δημιουργώ κάτι ή το ξεκινάω
    παράδειγμα  I am setting up a business.
    Ιδρύω μια επιχείρηση.
    παράδειγμα  Does the bank charge a fee for setting up the account?
    Η τράπεζα χρεώνει κάποια προμήθεια για το άνοιγμα του λογαριασμού;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη found
  5. (μεταβατικό) στήνω, χτίζω κάτι ή βάζω κάτι κάπου
    παράδειγμα  A creche was set up in the square.
    Στην πλατεία στήθηκε μία φάτνη.
    παράδειγμα  The climbers quickly set a shelter up for the night.
    Οι ορειβάτες έστησαν γρήγορα ένα καταφύγιο για τη νύχτα.
     συνώνυμα: put up
  6. (μεταβατικό) στήνω, ετοιμάζω κάτι για χρήση
    παράδειγμα  She set up her guitar and amp in her bedroom.
    Έστησε την κιθάρα και τον ενισχυτή της στο υπνοδωμάτιό της.
  7. (μεταβατικό) οργανώνω, διοργανώνω, κανονίζω να γίνει κάτι
    παράδειγμα  I will set a meeting up between you.
    Θα οργανώσω/διοργανώσω μια συνάντηση μεταξύ σας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη organize
  8. (μεταβατικό) τα φτιάχνω κάποιον με κάτι, κάνω προξενιό και κανονίζω να βγουν δύο άνθρωποι ραντεβού
    παράδειγμα  If you were to set me up with somebody, I would prefer someone like him.
    Αν ήταν να μου τα φτιάξεις με κάποιον, θα προτιμούσα κάποιον σαν αυτόν.

Συγγενικά

[επεξεργασία]