set up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας set up
γ΄ ενικό ενεστώτα sets up
αόριστος set up
παθητική μετοχή set up
ενεργητική μετοχή setting up

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις set και up

Ρήμα[επεξεργασία]

set up (en)

  1. στήνω, ετοιμάζω κάτι για χρήση
  2. διευθετώ, διατάσσω
     συνώνυμα:: arrange, to arrange objects
  3. διαμορφώνω συνθήκες παγίδας, στήνω
     συνώνυμα:: hoax, trap
  4. διατάσσω/παρατάσσω/στήνω/συνδέω εξοπλισμό λειτουργικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]