settle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας settle
γ΄ ενικό ενεστώτα settles
αόριστος settled
παθητική μετοχή settled
ενεργητική μετοχή settling

Ρήμα[επεξεργασία]

settle (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) τακτοποιώ, βρίσκω μια λύση σε ένα πρόβλημα ή ένα επιχείρημα
    We will get this settled right away.
    Αυτό θα το τακτοποιήσουμε αμέσως.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη deal with
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) τακτοποιώ, στρώνω, βρίσκω και εξασφαλίζω έναν χώρο
    The nurse settled the patient in for the night.
    Η νοσοκόμα τακτοποίησε τον άρρωστο για τη νύχτα.
    She settled in her armchair to read.
    Τακτοποιήθηκε/Στρώθηκε στην πολυθρόνα της να διαβάσει.
    He got settled in my office and started to…
    Στρώθηκε στο γραφείο μου κι άρχισε να…
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) στρώνω, βρίσκομαι σε άνετη θέση
    He settled well into his new job.
    Έστρωσε καλά στη νέα του δουλειά.
    Things are starting to settle into shape.
    Τα πράγματα άρχισαν να στρώνουν.
  4. (αμετάβατο) καταλαγιάζω, για κάτι που χάνει την έντασή του και στηρίζει σε κάποια επιφάνεια
    When the dust cloud settled
    Όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός…
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη abate

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]