settle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας settle
γ΄ ενικό ενεστώτα settles
αόριστος settled
παθητική μετοχή settled
ενεργητική μετοχή settling

Ρήμα[επεξεργασία]

settle (en)

  1. (μεταβατικό) τακτοποιώ
    Don’t bother. I settled it.
    Μην ασχολείσαι. Το τακτοποίησα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη resolve
  2. (μεταβατικό) τακτοποιώ, στρώνω
    The nurse settled the patient for the night.
    Η νοσοκόμα τακτοποίησε τον άρρωστο για τη νύχτα.
    Things are starting to settle into shape.
    Τα πράγματα άρχισαν να στρώνουν.
  3. (αμετάβατο) τακτοποιούμαι, στρώνομαι
    She settled in her armchair to read.
    Τακτοποιήθηκε στην πολυθρόνα της να διαβάσει.
    He got settled in my office and started to…
    Στρώθηκε στο γραφείο μου κι άρχισε να…
     συνώνυμα: settle down

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 828. ISBN 9780194325684. , λήμμα: στρώνω