sex-shop

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sex-shop < αγγλική sex + shop

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sex-shop sex-shops

sex-shop (fr) αρσενικό

  1. κατάστημα ειδικευμένο στην πώληση αντικειμένων σχετικών με το σεξ

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: sexe