Μετάβαση στο περιεχόμενο

sezon-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sezon- < γαλλική saison, πολωνική sezon, αγγλική season

sezon- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: εποχή

Παράγωγα

[επεξεργασία]