shake-up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| shake-up | shake-ups |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]shake-up (en)
- η αναδιοργάνωση, μια κατάσταση στην οποία γίνονται πολλές αλλαγές σε μια εταιρεία, έναν οργανισμό κτλ. προκειμένου να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί
Our company needs a total shake-up.
- Η εταιρεία μας θέλει ριζική αναδιοργάνωση.