shear

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

shear (en)

  1. κόβω
  2. ψαλιδίζω
  3. κουρεύω πρόβατο, κουρεύω το μαλλί από πρόβατο ή άλλο είδος που προσφέρει μαλλί
  4. (φωτογραφία) λοξοπαραμορφώνω εικόνα, τραβώ απ' τα πλάγια εικόνα, αποδίδω πλάγια παραμόρφωση εικόνας, προκαλώ γραμμική (όχι σύνθετη) παραμόρφωση σε σχέση με ακμή/άκρη φωτογραφικής επιφάνειας, τεντώνω λοξά εικόνα
  5. (φυσική) είδος παραμόρφωσης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • shearing (διάτμηση, διατμητική καταπόνηση, διατμητική παραμορφωτική καταπόνηση)

Attention Sign.svg Προσοχή![επεξεργασία]

ΟΧΙ sheer (en)