shed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
shed sheds

shed (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας shed
γ΄ ενικό ενεστώτα sheds
αόριστος shed
παθητική μετοχή shed
ενεργητική μετοχή shedding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

shed (en)

  1. αποβάλλω κάτι περιττό ή ανεπιθύμητο
  2. αποβάλλω το δέρμα μου ή τα φύλλα μου
  3. ρίχνω, πετώ κάτι προς τα κάτω
  4. ξεφορτώνω
  5. χύνω υγρό, αίμα, δάκρυα, φως
  6. Μαδάω