shield
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| shield | shields |
shield (en)
- η ασπίδα, αμυντικό όπλο
The knight raised his shield before the attack.
- Ο ιππότης σήκωσε την ασπίδα του πριν την επίθεση.
- η ασπίδα ταραχών, η ασπίδα των ΜΑΤ
The police at the protest had (riot) shields.
- Οι αστυνομικοί στη διαδήλωση είχαν ασπίδες ταραχών/ασπίδες ΜΑΤ.
- ≈ συνώνυμα: riot shield
- η ασπίδα, άτομο ή πράγμα που χρησιμοποιείται για να προστατεύσει κάποιον ή κάτι
She hid her true feelings behind a shield of cold indifference.
- Έκρυψε τα αληθινά της συναισθήματα πίσω από μια ασπίδα ψυχρής αδιαφορίας.
- (εραλδική) κομμάτι από μέταλλο σε σχήμα ασπίδας που χρησιμοποιείται σαν φόντο για ένα οικόσημο
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | shield |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | shields |
| αόριστος | shielded |
| παθητική μετοχή | shielded |
| ενεργητική μετοχή | shielding |
shield (en)
- (μεταβατικό) προστατεύω, υπερασπίζω, προστατεύω κάποιον ή κάτι από κίνδυνο, βλάβη ή κάτι δυσάρεστο
I shielded my eyes against the glare.
- Προστάτεψα τα μάτια μου από τη λάμψη.
The ozone layer shields the earth from the sun's ultraviolet rays.
- Η στιβάδα του όζοντος προστατεύει τη Γη από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου.
He shielded her with his body.
- Την υπεράσπισε με το σώμα του.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη protect