Μετάβαση στο περιεχόμενο

shitty

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός shitty
συγκριτικός shittier
υπερθετικός shittiest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
shitty < shit + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

shitty (en) (αργκό, χυδαίο)

  1. σκατο-, σκατά, πολύ κακής ποιότητας
    παράδειγμα  I had a shitty week.
    Είχα μια σκατοβδομάδα.
    παράδειγμα  I’m not going to eat this shitty food.
    Δε θα φάω αυτό το σκατοφαΐ.
    παράδειγμα  I'm feeling shitty today; I don't want to go out.
    Σήμερα νιώθω σκατά· δεν θέλω να βγω έξω.
  2. σκατο-, σκατένιος, άδικος ή κακός
    παράδειγμα  What a shitty way to treat a friend.
    Τι σκατοτρόπος να φέρεσαι σε έναν φίλο!
    παράδειγμα  What they did to you was really shitty.
    Αυτό που σου έκαναν ήταν πραγματικά σκατένιο.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]