shitty
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | shitty |
| συγκριτικός | shittier |
| υπερθετικός | shittiest |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]- σκατο-, σκατά, πολύ κακής ποιότητας
I had a shitty week.
- Είχα μια σκατοβδομάδα.
I’m not going to eat this shitty food.
- Δε θα φάω αυτό το σκατοφαΐ.
I'm feeling shitty today; I don't want to go out.
- Σήμερα νιώθω σκατά· δεν θέλω να βγω έξω.
- σκατο-, σκατένιος, άδικος ή κακός
What a shitty way to treat a friend.
- Τι σκατοτρόπος να φέρεσαι σε έναν φίλο!
What they did to you was really shitty.
- Αυτό που σου έκαναν ήταν πραγματικά σκατένιο.