shone

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shone (en) και shined (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος shine
    έλαμψα, αυτός που έλαμψε