Μετάβαση στο περιεχόμενο

shoo

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

shoo! (en)

ενεστώτας shoo
γ΄ ενικό ενεστώτα shoos
αόριστος shooed
παθητική μετοχή shooed
ενεργητική μετοχή shooing

shoo (en)