shore

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
shore shores

shore (en)

  1. η ακτή
    the sea shore, the lake shore : η παραλία της θάλασσας, η ακτή της λίμνης
  2. η ξηρά
    The seamen were serving on shore instead of in ships.
    οι ναυτικοί υπηρετούσαν στη στεριά αντί στα καράβια.
  3. στήριγμα, πάσσαλος ή στύλος που στηρίζει ένα βάρος από πάνω του ή ένα δάπεδο/οροφή
    The shores stayed upright during the earthquake.
    τα στηρίγματα παρέμειναν όρθια στο σεισμό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας shore
γ΄ ενικό ενεστώτα shores
αόριστος shored
παθητική μετοχή shored
ενεργητική μετοχή shoring

shore (en)

  1. στηρίζω (→ δείτε τη λέξη: shore up)
    My family shored me up after I failed the GED.
    η οικογένειά μου με στήριξε μετά την αποτυχία μου στις [εξετάσεις γενικής παιδείας του] GED
    The workers were shoring up the dock after it fell into the water.

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shore (en)

  • (απαρχαιωμένο) αόριστος του ρήματος shear