shrink

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

shrink (en)

  1. (μεταβατικό) συρρικνώνω
  2. (αμετάβατο) συρρικνώνομαι
  3. προσπαθώ να αποφύγω μια δουλειά