Μετάβαση στο περιεχόμενο

shrive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας shrive
γ΄ ενικό ενεστώτα shrives
αόριστος shrived, shrove
παθητική μετοχή shrived, shriven
ενεργητική μετοχή shriving
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

shrive (en)