sicher
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈzɪçɐ/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : sich‐er
Επίθετο
[επεξεργασία]sicher (de)
Επίρρημα
[επεξεργασία]sicher (de)
- με ασφάλεια
Das Original ist sicher beim Notar verwahrt.
Το πρωτότυπο φυλάσσεται με ασφάλεια στον συμβολαιογράφο.
- σίγουρα
Der Strom geht sicher bald wieder an.
Το ρεύμα σίγουρα θα επανέλθει σύντομα.
Das hat Arnold sicher anders gemeint.
Σίγουρα ο Άρνολντ δεν το εννοούσε έτσι.
- με αυτοπεποίθηση
Als Polizist musst du sicher auftreten können.
Ως αστυνομικός, πρέπει να μπορείς να εμφανίζεσαι με αυτοπεποίθηση.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]sicher (de)
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του sichern
Keine Angst, ich sicher dich.
Μην ανησυχείς, θα σε προστατεύσω.
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεστώτα του sichern
Sicher den Bereich beim Park.
Εξασφάλισε την περιοχή κοντά στο πάρκο.