Μετάβαση στο περιεχόμενο

sicher

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

sicher < λατινική securus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzɪçɐ/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : sich‐er

Επίθετο

[επεξεργασία]

sicher (de)

  1. ασφαλής
    παράδειγμα Diese Route ist sicher.
         Αυτή η διαδρομή είναι ασφαλής.
  2. σίγουρος
    παράδειγμα Es ist nicht sicher, dass Tante Jasmin noch kommt.
         Δεν είναι σίγουρο αν η θεία Τζάσμιν θα έρθει τελικά.

Επίρρημα

[επεξεργασία]

sicher (de)

  1. με ασφάλεια
    παράδειγμα Das Original ist sicher beim Notar verwahrt.
         Το πρωτότυπο φυλάσσεται με ασφάλεια στον συμβολαιογράφο.
  2. σίγουρα
    παράδειγμα Der Strom geht sicher bald wieder an.
         Το ρεύμα σίγουρα θα επανέλθει σύντομα.
    παράδειγμα Das hat Arnold sicher anders gemeint.
         Σίγουρα ο Άρνολντ δεν το εννοούσε έτσι.
  3. με αυτοπεποίθηση
    παράδειγμα Als Polizist musst du sicher auftreten können.
         Ως αστυνομικός, πρέπει να μπορείς να εμφανίζεσαι με αυτοπεποίθηση.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

sicher (de)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του sichern
    παράδειγμα Keine Angst, ich sicher dich.
         Μην ανησυχείς, θα σε προστατεύσω.
  2. β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεστώτα του sichern
    παράδειγμα Sicher den Bereich beim Park.
         Εξασφάλισε την περιοχή κοντά στο πάρκο.