side street
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| side street | side streets |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]side street (en)
- η πάροδος, ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
A little before reaching the end, he turned onto a side street and got lost.
- Λίγο πριν φτάσει στο τέρμα έστριψε σε μια πάροδο και χάθηκε.