Μετάβαση στο περιεχόμενο

side street

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
side street side streets

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
side street <  δείτε τις λέξεις side και street

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

side street (en)

  • η πάροδος, ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
    παράδειγμα  A little before reaching the end, he turned onto a side street and got lost.
    Λίγο πριν φτάσει στο τέρμα έστριψε σε μια πάροδο και χάθηκε.