siedziba

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

siedziba < siedzieć

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

siedziba (pl) θηλυκό

  1. η έδρα, η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας, ενός ιδρύματος κλπ
  2. (ειδικότερα) το κτήριο που βρίσκονται οι κεντρικές υπηρεσίες