sign

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
sign signs

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sign (en)

  1. σημάδι
  2. ίχνος
  3. (μαθηματικά) πρόσημο
  4. (αστρολογία) ζώδιο
  5. νόημα, η γλωσσική μονάδα της νοηματικής γλώσσας
  6. (ιατρική) ένδειξη, σύμπτωμα που είναι απίθανο να το παρατηρήσει ο ασθενής

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

sign (en)

  1. υπογράφω, βάζω την υπογραφή μου
  2. υπογράφω αυτόγραφα

Έκφραση[επεξεργασία]