Μετάβαση στο περιεχόμενο

sign off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sign off
γ΄ ενικό ενεστώτα signs off
αόριστος signed off
παθητική μετοχή signed off
ενεργητική μετοχή signing off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sign off <  δείτε τις λέξεις sign και off

sign off (en)