siko
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
| Έχει πάντοτε σταθερό τόνο. | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- siko < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῦκον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]siko (sìko) ουδέτερο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- sìko Vocabolario σελ.392 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (κατωιταλικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'fsilo' (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φρούτα (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)