Μετάβαση στο περιεχόμενο

siko

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
2η κλίση, ουδέτερο παροξύτονο ισοσύλλαβο
↓ πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
sìko
sìka
γενική
sìku
sìko
αιτιατική
sìko
sìka
κλητική
sìko
sìka
Έχει πάντοτε σταθερό τόνο.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
siko < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῦκον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

siko (sìko) ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]