Μετάβαση στο περιεχόμενο

silencing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

silencing (en)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

silencing (αγγλικά)

νέα ελληνικά: σίγηση[1]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σίγηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)