sillon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sillon sillons

sillon (fr) αρσενικό

  1. αυλάκι που σχηματίζεται κατά το όργωμα από το άροτρο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]