simplifiable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

simplifiable < simplifier

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
simplifiable simplifiables

simplifiable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που μπορεί να απλοποιηθεί