Μετάβαση στο περιεχόμενο

simulation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

simulation (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
simulation simulations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

simulation (fr) θηλυκό

  1. η προσομοίωση
  2. η παράσταση
  3. η προσποίηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]