Μετάβαση στο περιεχόμενο

sirma

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sirma < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σύρμα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

sirma (sìrma)

  • sírma, σελίδα 225 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880
  • σύρμα, τόμος Ε΄ (1992), σελ.112-13 — Αναστάσιος Καραναστάσης (1984-1992) Ιστορικόν λεξικόν των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμοι 1-5. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα.