Μετάβαση στο περιεχόμενο

sismologique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sismologique sismologiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

sismologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]