situacio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: situació

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

situacio < situaci- + -o < αγγλική, γαλλική situation

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική situacio situacioj
αιτιατική situacion situaciojn

situacio (eo)